| Η Βιάννος σήμερα |
Η Βιάννος, μετά την τελευταία διοικητική διαίρεση της Κρήτης (Νόμος "Καποδίστρια", 1997), αποτελεί Δήμο και υπάγεται στο Νομό Ηρακλείου. Διαιρείται σε 16 δημοτικά διαμερίσματα και έχει 47 χωριά. Τα δημοτικά διαμερίσματα είναι η Ανω Βιάννος, που ταυτόχρονα έχει θέση έδρας του δήμου, ο Αγ. Βασίλειος, τα Αμιρά, το Αφρατί, ο Βαχός, η Έμπαρος, το Καλάμι, η Κάτω Βιάννος, η Κάτω Σύμη, το Κεφαλοβρύσι, η Μάρθα, το Μηλιαράδω, ο Ξενιάκος, ο Πεύκος, ο Συκολόγος και ο Χόνδρος.Συνορεύει ανατολικά με τους δήμους Ιεράπετρας και Οροπεδίου Λασιθίου, δυτικά με το δήμο Αρκαλοχωρίου και βόρεια με τους Δ. Αρκαλοχωρίου και Οροπεδίου Λασιθίου. Το νότιο σύνορό της είναι η ακτογραμμή που σβήνει στο Λιβυκό πέλαγος. Ο πιο πολυάνθρωπος οικισμός είναι η Άνω Βιάννος όπου συγκεντρώνονται και οι περισσότερες υπηρεσίες: δημαρχείο, Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, τράπεζες, σχολείο κ.λπ. Υπηρεσίες εξυπηρέτησης των τουριστών δεν είναι αναπτυγμένες, έτσι εάν φτάσει κάποιος στην περιοχή σε μη εργάσιμες ημέρες και ώρες, είναι σίγουρο ότι δεν θα μπορέσει να εξυπηρετηθεί από κάποια από τις υφιστάμενες υπηρεσίες. Σε κάθε περίπτωση, μια καλή λύση είναι η απόλαυση ενός καφέ κάτω από τον υπεραιωνόβιο πλάτανο στην πλατεία της ’νω Βιάννου ή σε οποιοδήποτε καφενείο της περιοχής, όπου ανοίγοντας συζήτηση με τους φιλόξενους ντόπιους μπορεί να αναζητήσει οποιαδήποτε πληροφορία επιθυμήσει. Οι Βιαννίτες γνωρίσουν τα πάντα για την περιοχή τους και είναι βέβαιο ότι θα είναι πρόθυμοι να σας ενημερώσουν. Πληθυσμός
Σήμερα η Βιάννος αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα πληθυσμιακής
συρρίκνωσης, ακολουθώντας ουσιαστικά τις δημογραφικές τάσεις των
περισσοτέρων ορεινών περιοχών της Κρήτης. Από τους 47 οικισμούς της οι
11 έχουν πληθυσμό άνω των 200 κατοίκων, οι 10 από 100 έως 200
κατοίκους, οι 8 από 30 έως 100, οι 10 Η εικόνα αυτή οφείλεται σε μια σειρά συνθηκών που επικράτησαν τα τελευταία 50 χρόνια σε ολόκληρη την Κρήτη. Με μία τάση διαρκώς αυξητική, ο άλλοτε ακμάζον αγροτικός τομέας άρχισε σταδιακά να υποβαθμίζεται και σε συνδυασμό με τις λιγοστές υποδομές εκπαίδευσης και υπηρεσιών, οδήγησαν πολλούς Βιαννίτες στην αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής στα αστικά κέντρα του νησιού.
Οι προσπάθειες που γίνονται τα τελευταία χρόνια για την ανάκαμψη της
τοπικής οικονομίας και την αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος έχουν
βελτιώσει την εικόνα στους παραλιακούς κυρίως οικισμούς όπου αφενός
αναπτύχθηκαν τουριστικές δραστηριότητες, αφετέρου δημιουργήθηκαν
θερμοκήπια, με αποτέλεσμα τη συγκράτηση του πληθυσμού στους οικισμούς
που βρισκόταν κοντά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Συκολόγος και το
Καλάμι του οποίου ο πληθυσμός σε μεγάλο ποσοστό κατοικεί πλέον στον
παραλιακό οικισμό της Ψαρής Φοράδας όπου και συγκεντρώνονται πολλές
θερμοκηπιακές καλλιέργειες. Συνολικά όμως έχουν φέρει μικρά
αποτελέσματα και, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις ειδικών, μέσα στην επόμενη
50ετία 10 με 15 επιπλέον χωριά θα έχουν ερημώσει. Δραστηριότητες - Οικονομία Η γεωγραφία της περιοχής καθόρισε τις οικονομικές δραστηριότητες των κατοίκων. Ανέκαθεν οι κύριες ασχολίες τους ήταν η γεωργία, με την καλλιέργεια κυρίως της ελιάς, λίγων καρποφόρων δέντρων και κηπευτικών, η κτηνοτροφία και, ως πηγή συμπληρωματικού εισοδήματος, η μελισσοκομία. Παλαιότερα, στο Οροπέδιο του Ομαλού καλλιεργούνταν και μικρές ποσότητες σιτηρών. Οι Βιαννίτες ωστόσο, κατέβαλαν πάντα πολύ κόπο για την εξασφάλιση των αναγκαίων ποσοτήτων παραγωγής, λόγω του έντονου ορεινού ανάγλυφου που δεν έδινε μεγάλες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και λόγω της σύστασης των πετρωμάτων της που δεν εξασφάλιζαν μια ιδιαίτερα αποδοτική για καλλιέργεια γη. Η υψηλή ποιότητα όμως όλων των παραγόμενων προϊόντων της Βιάννου, ιδιαίτερα του ελαιόλαδου ήταν ανέκαθεν ευρέως αναγνωρισμένη. "Από την Έμπαρο ελιές και από τη Βιάννο Λάδι, κι από το Μυλοπόταμο κρασί και παξιμάδι".
Τα τελευταία 20 χρόνια, ο αγροτικός τομέας αντιμετωπίζει μεγάλη κρίση. Ο διεθνής ανταγωνισμός, οι νέοι όροι οικονομικής αγοράς, η προσαρμογή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική, η μονοκαλλιέργεια, δηλαδή το γεγονός ότι τα εισοδήματα των κατοίκων εξαρτώνται από τις εκάστοτε διακυμάνσεις της τιμής του ελαιόλαδου που είναι το βασικό προϊόν της περιοχής, καθώς και ο πολυτεμαχισμός του κλήρου, η κακή ποιότητα του οδικού δικτύου, η άναρχη ανάπτυξη των αρδευτικών δικτύων δημιούργησαν αυξημένο κόστος παραγωγής και μειωμένη παραγωγικότητα, με αποτέλεσμα τον ακόμα μεγαλύτερο περιορισμό των εισοδημάτων των κατοίκων. Σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης, δημιουργήθηκαν πολλά θερμοκήπια στις πεδινές-παραλιακές εκτάσεις του δήμου. Οι θερμοκηπιακές καλλιέργειες πράγματι βελτίωσαν την οικονομία της περιοχής, συνέβαλλαν όμως ταυτόχρονα και στην αλλοίωση της αισθητικής εικόνας και, σε κάποιες περιπτώσεις, στη ρύπανση του περιβάλλοντος στις περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν.
|